Πάω γυρεύοντας

Ο Στέφανος Παντελίδης γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1973. Δεν σπούδασε Ελληνική Φιλολογία. Δεν έγραψε μελέτες, ούτε κριτικές βιβλίων. Οι δυο προηγούμενες ποιητικές συλλογές του Εκτός νόρμας (abookworm publications 2014) και Πάω γυρεύοντας ( κατά τον δαίμονα εαυτού) (Vakxikon.gr 2016) δεν τιμήθηκαν με κανένα βραβείο, δεν επανεκδόθηκαν, ούτε μεταφράστηκαν σε άλλες γλώσσες. Κάποιοι του είπαν πως η ποίηση του, τους αγγίζει. Θα ήθελε να ισχυριστεί πως γράφει ποίηση για αυτούς. Η αλήθεια όμως είναι, πως γράφει γιατί αυτό του ορίζει επιτακτικά η φύση του.

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΑΝΕΥ Τ.65/2017

Ο Στέφανος Παντελίδης (γενν. 1973) είναι μια αιρετική ποιητική φωνή. Τα φιλοσοφικά του διαβάσματα και η συναναστροφή του με την ποίηση του Μόντη και του Καβάφη τού επιτρέπουν να διαμορφώσει μια λοξή ματιά απέναντι στα πράγματα και να αρθρώσει έναν αντικομφορμιστικό λόγο, μια ανατρεπτική γλώσσα, που έχει ως βασικά χαρακτηριστικά της την ειρωνεία, το χιούμορ και την σάτιρα, το σκώμμα, το λογοπαίγνιο και τον (αυτο)σαρκασμό. «Ποίηση γράφω πάντοτε με τον Μόντη. Τους στίχους μας  επιμελείται ο Καβάφης», προειδοποιεί στο αφτί του εξωφύλλου.

Ο Στ. Παντελίδης, τραπεζικός υπάλληλος στο επάγγελμα, εξέδωσε με μια πρώτη ποιητική συλλογή το 2014 με τον τίτλο Εκτός νόρμας. Παρόλο που δεν μεσολάβησε αρκετός καιρός ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη συλλογή του, η εξέλιξη του ποιητή είναι διακριτή και αξιοσημείωτη. Σε προλογικό σημείωμα στο πρόσφατο βιβλίο του, ο νέος ποιητής δηλώνει ότι πάει γυρεύοντας θεούς και ανθρώπους «κατά τον δαίμονα εαυτού», δηλ. όπως του υπαγορεύει η συνείδησή του. 

Η ανεπτυγμένη αυτή συλλογή αρθρώνεται σε τέσσερις ενότητες, με τους επιμέρους τίτλους «Γυρεύοντας ανθρώπους», «Γυρεύοντας θεούς», «Γυρεύοντας ποιητές» και «Γυρεύοντας διάλογο με τους μεγάλους». Το εναρκτήριο ποίημα του βιβλίου, με τον τίτλο «Έρημη νήσος», εκκινεί από έναν στίχο από την Έρημη χώρα του Έλιοτ και μας προϊδεάζει για το ότι ο νέος ποιητής θα κινηθεί «εκτός νόρμας»: «Τί γυρεύω εγώ, ο ζωντανός, ανάμεσα σε πεθαμένους; / Και είναι τόσοι πολλοί / – δείχνουν τόσο χαρούμενοι». Από κει και πέρα, ιδίως στα ολιγόστιχα ποιήματα, που καλύπτουν μεγάλο μέρος της συλλογής, τον κύριο τόνο τον δίνει ο Κ. Μόντης των «Στιγμών».

Σε μια σειρά αποφθεγματικούς και επιγραμματικούς στίχους της πρώτης ενότητας, ο ποιητής ρίχνει εξωστρεφείς ματιές σε σύγχρονες καταστάσεις, όπως στην πρόσφατη οικονομική κρίση, που έπληξε και την Κύπρο: «Δεν είναι που άδειασαν οι τσέπες / – είναι που άδειασαν οι ψυχές / και γίναμε σκιές του εαυτού μας» (Κρίση 2013-2015». Ή συλλαμβάνει καίρια τον παλμό της εποχής μας, την έκπτωση των ιδανικών και των αξιών: «Μην μας τύχει να χρειαστεί / να υπερασπιστούμε την πατρίδα, / τα ιδανικά, / τα όσια και τα ιερά. / Γιατί εύλογα θα μας ρωτήσει η νέα γενιά: / Ποια πατρίδα; / Ποια ιδανικά; / Ποια όσια και ιερά;» («Υπέρ βωμών»). Αλλού αναφέρεται στην ανακύκλωση της βίας στο Ισραήλ, ή αντιπαραβάλλει τον παλαιό και τον σύγχρονο homo sapiens, ή σχολιάζει υπαρξιακά ζητήματα, ή στέκεται σε πιο προσωπικά θέματα, στον έρωτα και σε οικογενειακές στιγμές. Στο στόχαστρο της απογυμνωτικής ματιάς του βρίσκεται και ο άλλος εαυτός, τον οποίο παρακολουθεί και ελέγχει, έχοντας συναίσθηση των ορίων του. Η πρώτη ενότητα κλείνει με μια τέτοια αυτοκριτική – απολογισμό, σε αντιδιαστολή με τους άλλους, τους πολλούς, που προσδοκούν μια άλλη, μεταθανάτια ζωή: «Ε όχι και μηδενιστής. / Απλώς αντιλαμβάνομαι το μέγεθός μου: / το τίποτά μου μες στο σύμπαν / το τίποτά μου μες στον χρόνο / που δίνει τελικά αξία στη ζωή μου. / Άλλοι είναι οι μηδενιστές. / Ανόητα την ύπαρξή τους μηδενίζουν / εν αναμονή της “άλλης ζωής” που ακολουθεί» («Μηδενιστής;»).

Με ανατρεπτική διάθεση προσεγγίζει ο Στ. Παντελίδης και τους θεούς, τους χριστιανικούς μύθους, τα εκκλησιαστικά ήθη, την ανάγκη του ανθρώπου να επινοεί θεούς και θαύματα. Ας δούμε δύο παραδείγματα: «Δεν σκότωσε ο Νίτσε τον Θεό. / Απλώς το ανακοίνωσε με στόμφο / – ετεροχρονισμένα. / Ήταν από παλιά νεκρός / – από τη γέννησή Του. / Παράλογος ο Θεός / όπως τα θαύματά Του» («Πέθανε ο Θεός»). «Τί να μας τάζουν άραγε στην άλλη ζωή; / Ίσως μια μεθεπόμενη θνητή ζωή / που θα μας “σώζει” / απ’ την αφόρητη πλήξη της αιωνιότητας» («Στην άλλη ζωή»).

Στην τρίτη, πιο σύντομη ενότητα της συλλογής, ο Στ. Παντελίδης ανοίγει συζήτηση με αγαπημένους του ποιητές, όπως τον Καβάφη και τον Μόντη. Έτσι, με αφορμή το «Έτος Καβάφη 2013», γράφει ανάμεσα σ’ άλλα, αφήνοντας αιχμές σε λογής καβαφιστές και καβαφολόγους: «Εξευτελίσαμε την ποίησή σου / μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, / μες στες πολλές τις εισηγήσεις κι ομιλίες». Ή στρέφεται «Προς Κώστα Μόντη» για να του εκφράσει με παράπονο την όχι ανώδυνη επενέργεια που ασκεί η ποίησή του: «Πώς το ’κανες αυτό; / Με τόση αγάπη να μας τουφεκίζεις / – με τόση τρυφεράδα να μας κόβεις την καρδιά». Αλλού εκφράζει την ένστασή του για την «Ελένη» του Σεφέρη, για να δικαιολογήσει και να υπερασπιστεί τη δύναμη του έρωτα: «Μα τί εννοείτε “για ένα πουκάμισο αδειανό, / για μιαν Ελένη”; / Καθόλου αδειανό δεν ήταν το πουκάμισο. / Γεμάτο έρωτα ήταν: / έρωτα νέο, εφηβικό. / Έρωτα που νίκησε / και έκανε το δικό του» («Ένσταση, κύριε Σεφέρη»).

Αλλού, έχοντας σταθερό οδηγό τον Μόντη, σχολιάζει με χιούμορ και δηκτικότητα «ποιητές του καναπέ», δήθεν ποιητές, που επινοούν ωραίες λέξεις και γράφουν δυσνόητους στίχους χωρίς κανένα αντίκρισμα, επαναλαμβάνουν στερεότυπα και τετριμμένα θέματα και μοτίβα: «Ποιητές-λαπάδες», «Προς σύγχρονους ποητές», «Σύγχρονη ποίηση», «Τον Πενταδάκτυλο», «Από “ποιητές” σε Ποιητές», «Ποιητές που δεν γράφουν από ανάγκη», «Για να αναγνωριστώ ως ποιητής». Και καταλήγει να ορίσει τους «αληθινούς ποιητές» με τους παρακάτω καίριους, συμπυκνωμένους και αφαιρετικούς στίχους: «Δεν είναι θαύμα της ζωής οι Ποιητές / – απόβρασμά της είναι». Προφανώς για να υποδείξει ότι η ποίηση δεν γράφεται πάνω στην φαντακτερή και ρηχή επιφάνεια της ζωής, αλλά πηγάζει από τις πιο σκοτεινές πλευρές της, από το κατακάθι του πόνου, της αδικίας ή της αμφισβήτησης. Κάτι τέτοιο υποδηλώνεται, άλλωστε, και με το σκοτεινό μαύρο χρώμα του εξωφύλλου, όπου, μαζί με τα λευκά γράμματα με τα στοιχεία του τίτλου, εισχωρεί και ένας φωτεινός προβολέας, δημιουργώντας ισχυρή αντίθεση.

Στην τελευταία ενότητα της συλλογής ο νέος ποιητής επιδιώκει να συνομιλήσει με τους «μεγάλους», λογοτέχνες, άλλους καλλιτέχνες, φιλοσόφους και άλλα επώνυμα πρόσωπα του μύθου και της ιστορίας (κάποτε και ανώνυμα πρόσωπα της ταπεινής ζωής), ενώ κάποτε παρουσιάζει τέτοια πρόσωπα να συνδιαλέγονται μεταξύ τους και να κονταροχτυπιούνται: «Και τώρα τί θα γίνουμε χωρίς Θεό; / Ήταν μια κάποια λύσις» («Όταν διάβασε Νίτσε ο Καβάφης»). Από την ενότητα αυτή, ξεχωρίζουμε και τα παρακάτω, που μιλούν από μόνα τους. Όπως και στις «Στιγμές» του Μόντη, έτσι και εδώ ο τίτλος όχι μόνο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ολιγόστιχου ποιήματος, αλλά λειτουργεί και ως κλειδί για την ανάγνωσή του: «Το πρόβλημα με εμάς / δεν είναι πως η βλακεία μας είναι ατέλειωτη σαν σύμπαν. / Είναι που διαβάζουμε αυτό που είπε ο Αϊνστάιν / και θεωρούμε πως αφορά όλους τους άλλους» («Η μοναξιά του Αϊνστάιν»). «Αν δεν με θέλουν στον παράδεισο, / πάω τζαι στην κόλασην που με παρακαλούσιν» («Ελάλεν η στετέ του γείτονά μου»).

Όσο γνωρίζουμε, η ποιητική αυτή συλλογή του Στ. Παντελίδη προσέχθηκε και σχολιάστηκε πολύ λίγο στην Κύπρο και στην Ελλάδα (από τους Γιώργο Φράγκο και Δήμο Χλωπτσιούδη). Προκαλεί όμως εντύπωση το γεγονός ότι αγνοήθηκε και από τα μέλη της κριτικής επιτροπής, που έκρινε τα υποψήφια βιβλία για τα κυπριακά λογοτεχνικά βραβεία του 2016. Κατά την αντίληψή μου, ο Στ. Παντελίδης κατέθεσε μια αξιοσημείωτη ποιητική πρόταση με τη δεύτερη συλλογή του, που αξίζει να διαβαστεί και να προσεχθεί περισσότερο. Βέβαια, υπήρχαν περιθώρια για κοσκινίσματα ή για μια αυστηρότερη επιλογή των κειμένων. Αν μπορούμε να δώσουμε μια συμβουλή, με κάθε επιφύλαξη, θα συστήναμε στον ποιητή να μην εγκλωβιστεί στις ποιητικές «Στιγμές» του Μόντη (όπως εγκλωβίστηκε, ίσως, και ο τελευταίος αναπαράγοντας τον εαυτό του). Όλα δείχνουν ότι ο Στ. Παντελίδης έχει όλες τις δυνατότητες (μια «κοφτερή», ανατρεπτική και αντιλυρική γλώσσα, την οξεία ματιά στα πράγματα, τα πλατιά διαβάσματα και το φιλοσοφικό υπόστρωμα) για να γράψει και πιο ολοκληρωμένα ποιήματα.

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

ΠΗΓΗ : https://whenpoetryspeaks.blog/

Advertisement

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers:
search previous next tag category expand menu location phone mail time cart zoom edit close